Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και οι Ολλανδοί την Ολλανδία, μου είπε ένας φίλος. Είναι στη καρακοσμάρα τους αυτοί οι άνθρωποι και αυτό είναι που τους κάνει ακόμα πιο γοητευτικούς. Λίγο σεβασμό να είχανε οι ποδηλάτες στους πεζούς, θα έλεγε κανείς ότι αυτή η παραμυθένια πόλη με τα πανέμορφα κανάλια και τις αμέτρητες τουλίπες είναι εντελώς αψεγάδιαστη. Ξεκίνησα με το αρνητικό επειδή δεν υπάρχει δεύτερο. Αγαπητέ αναγνώστη πέρασα φανταστικά στην Ολλανδία, αν δεν έχεις πάει καν’ το οπωσδήποτε (υπάρχουν πολύ οικονομικά πακέτα, όποιος ψάχνει βρίσκει). Με τα παιδιά από το θέατρο(τον Μάκη, τον Σάκη και τον Τάκη δηλαδή) το συζητούσαμε από πέρσι και ψάχναμε τη κατάλληλη στιγμή για να περάσουμε στη πράξη. Ας είναι καλά οι απεργίες. Δεν κάτσαμε πολύ, τρεις μέρες μόνο, αλλά αυτό δεν μας χάλασε καθόλου(εμένα προσωπικά καθόλου μα καθόλου). Ήταν ταξίδι αστραπή που λένε, και ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν αυτή τη περίοδο για να γεμίσω τις μπαταρίες μου που είχαν παρατήσει τα όπλα εδώ και καιρό. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω εντέλει να σου μεταφέρω ακριβώς τις εικόνες απ’ την απόδρασή μου, εγώ όπως και να’ χει θα τη κάνω τη προσπάθειά μου. Το ραντεβού μας ήτανε στο Μακεδονία τα ξημερώματα της προηγούμενης Δευτέρας. Νύστα, γέλια και χασμουρητά είχανε το πρώτο ρόλο καθώς και τα κακόγουστα σχόλια των άλλων τύπου: κι αν λήξει η απεργία; κι αν δεν πετάξει το αεροπλάνο με την ομίχλη; Και τέτοια άλλα κουλά. Μετά τα διαδικαστικά, που τα βαριέμαι απίστευτα, μπουκάραμε χαμογελαστοί λες και πάμε σε Κρητικό γάμο στο σιδερένιο πουλί και αφήσαμε πίσω μας την ερωτική Θεσσαλονίκη (η οποία από ψηλά μοιάζει με ιστό αράχνης ή μπερδεμένους γαλαξίες ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων). Οι αεροσυνοδοί ήταν με το χαμόγελο κολλημένο μέχρι τ’ αυτιά. Ήθελα να’ ξερα ανέβα κατέβα ανέβα κατέβα δεν βαριούνται; Δεν τους πιάνει πονοκέφαλος από τις αλλαγές υψομέτρων; Δόξα το μεγαλοδύναμο σε κενά αέρος δεν πέσαμε ούτε με κανα παράξενο πουλί τσουγκριστήκαμε. Ούτε τα μάτια μου έκλεισα για να κοιμηθώ ο κακομοίρης επειδή το ροχαλητό του παχουλού κυριούλη δίπλα μου ράγιζε τζαμόπορτες. Το αεροπλάνο που μας μετέφερε στην άλλη άκρη της Ευρώπης προσγειώθηκε ομαλά κατά τις εννιά το πρωί(δική μας δέκα) στο καραχλιδάτο, υπερσύγχρονο αεροδρόμιο που βρίσκεται λίγα λεπτά παραέξω από το κέντρο της πόλης. Για καλή μας τύχη ο καιρός θύμιζε Μάη μήνα. Πήραμε το μετρό (του οποίου το εισιτήριο κοστίζει 4,70 και όχι 6 ευρώ όπως το δικό μας) και σε λιγότερο από ένα τέταρτο ήμασταν στο κέντρο του Άμστερνταμ το οποίο δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό που λένε μεγαλούπολη. Μπροστά στα μάτια μας ξεδιπλώθηκε μια πανέμορφη, πολύχρωμη πολιτεία με υπέροχα κουκλόσπιτα(σαν ψεύτικα), απέραντα κανάλια λουσμένα στο φως, χτισμένα γεφυράκια με κουλτουριάρηδες μουσικούς που σου παίρνουν τ’ αυτιά και αμέτρητους κατοίκους κάθε ηλικίας καβάλα σε ποδήλατα να πηγαίνουν ευτυχισμένοι στη δουλειά τους. Λίγο παραπάνω ρομαντικός αν ήμουν θα περίμενα ακόμα εκεί για να ξεπεταχτεί από κανα στενό η Τζούλι Άντριους με τα τέκνα της οικογένειας Φόν Τράπ να τραγουδούν τα αυστριακά κάλαντα χορεύοντας κλακέτες. Ποια Ομόνοια μου λες και ποια έργα του μετρό στην Εγνατία, καμία σύγκριση. Άλλη γη, σου λέω. Αυτοί οι άνθρωποι(εντελώς ακομπλεξάριστοι και απελευθερωμένοι σε όλα τα θέματα) κατάφεραν να φτιάξουν ένα δικό τους κόσμο που το άγχος και η πίεση χρόνου είναι δύο εντελώς άγνωστες έννοιες(όχι θα κάτσουν να σκάσουν). Με τα μπαγάζια μας επισκεφθήκαμε κανα δυο συμπαθητικά ξενοδοχεία μέχρι να καταλήξουμε σε αυτό που τελικά κοιμηθήκαμε τις δυο υγρές νύχτες στην όμορφη αυτή πρωτεύουσα. Ο ιδιοκτήτης, ψηλός, ξανθός με καταγάλανα μάτια, αρκετά φιλόξενος οφείλω να ομολογήσω, αφού μας εφοδίασε με χάρτες, μας έδωσε τα κλειδιά των δωματίων και μας ευχήθηκε καλή διαμονή. Παρατήσαμε τα πράγματα όπως ήτανε και χυθήκαμε στα στενά της πόλης(άλλωστε δεν είχαμε καιρό για χάσιμο). Πρώτη στάση η αγορά κάτι σαν το Μοναστηράκι στην Αθήνα, οπού μπορεί να βρει κανείς τα πάντα. Κι όταν λέω τα πάντα εννοώ τα πάντα. Αμέτρητα sex shop και μικρά café(κόφι σοπ) που προσφέρουν φυσικούς χυμούς πορτοκάλι, ζεστά ροφήματα και χασίς. Μη σου κάνει εντύπωση αγαπητέ αναγνώστη, η μαριχουάνα είναι νόμιμη και ακόμα δεν διάβασες τίποτα. Στη συνέχεια περπατήσαμε στο δρόμο με τις κυρίες των τιμών. Γυναίκες κάθε ηλικίας, από διάφορες εθνικότητες, άλλες όμορφες, άλλες πιο άσχημες πίσω από μικρές πολύχρωμες βιτρίνες, πάντα πρόθυμες να εκπληρώσουν κάθε ερωτική επιθυμία. Προσοχή! Μη κάνεις το λάθος και τις τραβήξεις φωτογραφία σε παίρνουν στο κυνήγι. Λίγο πιο κει ο μεγαλοπρεπείς κινέζικος ναός και αρκετά κινέζικα εστιατόρια. Μπήκαμε στο ένα απ’ αυτά και τα πιρούνια πήρανε φωτιά. Όσες προσπάθειες κι αν έκανα για να φάω με ξυλάκια απέτυχα παταγωδώς. Επόμενη στάση η κεντρική πλατεία με τα υπέροχα κτίρια, τα τουριστικά μαγαζιά με τα παραδοσιακά τσόκαρα στη πρώτη γραμμή, τη καθολική εκκλησία που ήταν κλειστή και το μουσείο της μαντάμ Τουσώ με τα κέρινα ομοιώματα. Το σημείο έκπληξη ήταν το γωνιακό μαγαζάκι με τα απίστευτα σοκολατάκια τα οποία τιμήσαμε δεόντως(τα έξι στην τιμή των εφτά ευρώ!). Περιπλανηθήκαμε για αρκετές ώρες μέχρι που νύχτωσε και η υγρασία έκανε αισθητή τη παρουσία της. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο εξαντλημένοι από τη γεμάτη μέρα, καταστρώναμε σχέδια για τη νυχτερινή μας εξόρμηση αλλά η μοίρα μας τα είχε αλλιώς γραμμένα. Δώσαμε ραντεβού για τις μία μετά τα μεσάνυχτα στην είσοδο. Μπήκαμε στα δωμάτια, ξαπλώσαμε στα κρεβατάκια μας, κλείσαμε το φως και αυτό ήταν. Ούτε καληνύχτα δεν προλάβαμε να πούμε. Πέσαμε σε λήθαργο όπως και οι πολικές αρκούδες σε χειμερία νάρκη. Η συνέχεια του ταξιδιού αύριο αγαπητέ αναγνώστη…
PART 2




